Ο Σεπτέμβριος είναι μήνας που πραγματοποιούνται πολλές Γενικές Συνελεύσεις κεφαλαιουχικών εταιριών με θέμα την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων του προηγούμενου έτους και τη συζήτηση για την οικονομική πορεία της εταιρίας στο μέλλον.
Συνήθως ο οικονομικός διευθυντής ή ο προϊστάμενος λογιστηρίου αναφέρεται σε συγκεκριμένα οικονομικά μεγέθη. Ακαθάριστα έσοδα, EBIT, EBITDA, κέρδη μετά φόρων, δείκτες ρευστότητας κλπ. Στη συνέχεια το λόγο παίρνει ο πρόεδρος ή/και ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας και αναπτύσσει τους στόχους αυτής. Σε ποιες νέες αγορές στοχεύει η εταιρία, ποιους καταναλωτές προτιμά, ποιο μείγμα πωλήσεων θέλει να πετύχει ποια κανάλια διανομής θα χρησιμοποιήσει.
Ακούγοντας την ομιλία του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ νόμιζα ότι άκουγα έναν προϊστάμενο λογιστηρίου σε μια γενική συνέλευση. Μιλούσε ακατάπαυστα επί 1 ώρα και 15 λεπτά αναφερόμενος σε μικροποσά. Αριθμοί, επιδόματα, φορολογικές παρεμβάσεις, δημοσιονομικά περιθώρια. Χρήσιμα ενδεχομένως. Αλλά πολιτική δεν είναι μόνο η διαχείριση των αριθμών. Είναι πρωτίστως η επιλογή κατεύθυνσης. Εκείνο που δεν ακούσαμε με την ίδια καθαρότητα ήταν η απάντηση στο σημαντικότερο ερώτημα: ποια Ελλάδα θέλουμε να έχουμε σε δέκα χρόνια; Ποιο παραγωγικό μοντέλο επιλέγουμε;
Αν φιλοδοξούμε να μετατρέψουμε την Ελλάδα σε ευρωπαϊκό πόλο καινοτομίας, χρειάζονται συγκεκριμένοι στόχοι. Οι δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης έφτασαν το 2024 τα 3,62 δισ. ευρώ, μόλις στο 1,53% του ΑΕΠ. Ποιος είναι ο στόχος για το 2030; Πόσες αντίστοιχες ιδιωτικές δαπάνες θα προσελκύσουμε στον τομέα της έρευνας, ώστε να πετύχουμε μεγαλύτερη μόχλευση; Πότε θα πλησιάσουμε τις πραγματικά προηγμένες οικονομίες της Ευρώπης; Πώς θα συνδέσουμε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και παραγωγή; Με ποια χρηματοδοτικά και φορολογικά εργαλεία θα βοηθήσουμε τις ελληνικές startups να μη γεννιούνται εδώ για να μεταναστεύουν όταν έρθει η ώρα της ανάπτυξής τους;
Αν, πάλι, θέλουμε μια σύγχρονη βιομηχανία ως αιχμή του δόρατος ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, δεν αρκεί η επίκληση του Αναπτυξιακού Νόμου. Το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει: τι βιομηχανία θέλουμε; Φαρμακοβιομηχανία; Αμυντική βιομηχανία; Μικροηλεκτρονική και ημιαγωγούς; Αγροδιατροφική μεταποίηση; Πράσινες τεχνολογίες; Ποιόν τομέα θα πριμοδοτήσουμε; Και, κυρίως, πώς θα γίνει ανταγωνιστικός τομέας όταν το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί δομικό πρόβλημα;
Αν, από την άλλη, η επιλογή μας είναι να δώσουμε ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στον τουρισμό, πού βρίσκεται το εθνικό σχέδιο για τη μετάβαση από το μοντέλο «ήλιος και θάλασσα» σε ένα μοντέλο βιώσιμης, δωδεκάμηνης και πολύπτυχης εμπειρίας; Η ίδια η πραγματικότητα των κορυφαίων προορισμών μάς προειδοποιεί. Η Σαντορίνη αντιμετωπίζει θερινή κατανάλωση νερού υπερδιπλάσια της χειμερινής, με αντίστοιχη πίεση στα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, ενώ στη Μύκονο το 2026 απαιτήθηκε ακόμη και προμήθεια τουλάχιστον 600 κυβικών μέτρων πόσιμου νερού ημερησίως. Αποχετευτικό δίκτυο δεν υπάρχει. Οι περισσότεροι τουριστικοί περιορισμοί αντιμετωπίζουν σημαντικό πρόβλημα λειψυδρίας. Την ίδια ώρα το οδικό δίκτυο σε νότια Ρόδο και Κρήτη είναι τριτοκοσμικό, ενώ η ακτοπλοϊκή αγορά εμφανίζεται ευεπίφορη σε εναρμονισμένες πρακτικές που θίγουν τον ανταγωνισμό.
Για όλα αυτά δεν ακούσαμε τίποτα στη ΔΕΘ. Γιατί μια χώρα δεν κυβερνάται μόνο με τη διαχείριση του επόμενου προϋπολογισμού. Κυβερνάται πρωτίστως με σχέδιο για την επόμενη δεκαετία.Και αυτό ακριβώς ήταν που έλειψε περισσότερο από τη φετινή ομιλία του πρωθυπουργού.